μπαμπάκι


μπαμπάκι
[бабаки] ουσ. о. хлопок, вата.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μπαμπάκι" в других словарях:

  • μπαμπάκι — το 1. το βαμβάκι 2. (κατ επέκτ.) ό,τιδήποτε είναι λευκό και μαλακό σαν το βαμβάκι («τα μαλλιά του έγιναν μπαμπάκι») 4. φρ. α) «σέ σφάζει με το μπαμπάκι» λέγεται για εκείνους που προξενούν ζημιά χωρίς αυτή να γίνεται αντιληπτή αμέσως β) «μπαμπάκια …   Dictionary of Greek

  • μπαμπάκι — το το βαμβάκι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαμβάκι — Πρόκειται για την κοινή ονομασία με την οποία είναι γνωστά τα είδη του γένους γοσύπιο (gosypium) της οικογένειας των μαλαχιδών ή μαλβιδών, καθώς και οι κλωστικές ίνες που προέρχονται από τα σπέρματά τους (παλαιότερα λεγόταν επίσης βαμπάκι και… …   Dictionary of Greek

  • βαμβακερός — και μπαμπακερός, ή, ό (Μ βαμβακερός και βαμπακερός και παμπακερός, ή, όν) 1. κατασκευασμένος από μπαμπάκι 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) βαμβακερά, τα υφάσματα ή ενδύματα από μπαμπάκι …   Dictionary of Greek

  • βαμβάκι — βαμβάκι, το και μπαμπάκι, το 1. το φυτό το οποίο παράγει το βαμβάκι: Στη Θεσσαλία καλλιεργούν μπαμπάκι. 2. η λευκή κλωστική ύλη που βγαίνει από την μπαμπακιά και χρησιμοποιείται, κατάλληλα επεξεργασμένη, στην υφαντουργία, τη φαρμακευτική και για… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακάθιστος — η, ο (Μ ἀκάθιστος, ον) (MN) 1. αυτός που παραμένει όρθιος γιατί δεν βρίσκει θέση ή δεν τού επιτρέπουν να καθίσει 2. αυτός που μετακινείται συνεχώς 3. ο Ακάθιστος βλ. Ακάθιστος Ύμνος νεοελλ. 1. ο ακούραστος, ο άοκνος 2. (για πράγματα) αυτό που δεν …   Dictionary of Greek

  • αντιβέργι — το ραβδί που χρησιμοποιείται όταν ξαίνουν το μπαμπάκι με το δοξάρι για να συγκρατεί τη χορδή …   Dictionary of Greek

  • βάτα — Αραιό στρώμα βαμβακιού που έχει και στις δύο πλευρές του επίχρισμα ξερής κόλλας και χρησιμοποιείται στη ραπτική για υπόθεμα ενδυμάτων και αντρικών καπέλων. Η λέξη προέρχεται από τη γερμανική watte ή τη γαλλική ouate. Η β. κατασκευάζεται με ειδική …   Dictionary of Greek

  • γνέθω — και νέθω μεταβάλλω μαλλί, μπαμπάκι, λινάρι κ.λπ. σε νήμα, κλώθω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γνέθω σχηματίστηκε με συμφυρμό τών νέω και νήθω το γ είναι προθετικό σε λέξεις που αρχίζουν από ν (πρβλ. νεύω γνεύω)] …   Dictionary of Greek

  • κόμπος — Σύνδεση που γίνεται με σχοινιά από διάφορα υλικά, για να εμποδιστεί η χαλάρωση των σχοινιών, για να συνδεθούν ή να κοντύνουν διάφορα σχοινιά, για να σχηματιστούν τοπικά εξογκώματα ή για να προσδεθούν σε κάποιο αντικείμενο. Οι κ. έχουν διάφορα… …   Dictionary of Greek